Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Μετανάστευση.

Sam. Huntington
Samuel Huntington, η σύγκρουση των πολιτισμών [έκδοση ΠΑΤΑΚΗΣ, 2017, μετάφραση Σήλιας Ριζοθανάση, σελίδες 254-265].

Αν η δημογραφία είναι το πεπρωμένο, οι κινήσεις των πληθυσμών είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Πριν από πολλούς αιώνες διαφοροποιημένοι ρυθμοί ανάπτυξης, οικονομικές συνθήκες και κυβερνητικές πολιτικές οδήγησαν σε μαζικές μεταναστεύσεις Ελλήνων, Εβραίων, γερμανικών φύλων, Νορβηγών, Τούρκων, Ρώσων, Κινέζων και άλλων. Σε μερικές περιπτώσεις αυτές οι κινήσεις ήταν σχετικά ειρηνικές, σε άλλες αρκετά βίαιες. Οι Ευρωπαίοι του 19ου αιώνα ήταν όμως η κύρια φυλή στη δημογραφική εισβολή. Μεταξύ του 1821 και του 1924 περίπου 55 εκατομμύρια Ευρωπαίοι μετανάστευσαν στις υπερπόντιες χώρες, 34 εκατομμύρια από αυτούς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δυτικοί κατέκτησαν και μερικές φορές εξαφάνισαν άλλους λαούς, εξερεύνησαν και εγκαταστάθηκαν σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές. Η εξαγωγή ανθρώπων ήταν ίσως η μόνη πιο σημαντική διάσταση της ανόδου της Δύσης μεταξύ του 16ου και του 20ού αιώνα.
Το τέλος του 20ού αιώνα γνώρισε ένα διαφορετικό και ακόμα μεγαλύτερο κύμα μετανάστευσης. Το 1990 οι νόμιμοι διεθνείς μετανάστες ήταν περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι, οι πρόσφυγες περίπου 19 εκατομμύρια και οι παράνομοι μετανάστες πιθανώς 10 εκατομμύρια ή και περισσότεροι.
Αυτό το νέο κύμα μετανάστευσης ήταν εν μέρει παράγωγο της κατάργησης της αποικιοκρατίας, της δημιουργίας νέων κρατών και μίας κρατικής πολιτικής που ενθάρρυνε ή εξανάγκασε τους λαούς να μετακινηθούν. Ήταν όμως, επίσης, αποτέλεσμα του εκσυγχρονισμού και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Οι εξελίξεις στις μεταφορές έκαναν τη μετανάστευση ευκολότερη, ταχύτερη και φθηνότερη. Οι εξελίξεις στις τηλεπικοινωνίες ενίσχυσαν τα κίνητρα για την αναζήτηση οικονομικών ευκαιριών και βοήθησαν τις σχέσεις μεταξύ των μεταναστών και των οικογενειών τους στην πατρίδα. Επιπρόσθετα, όπως η οικονομική ανάπτυξη της Δύσης προκάλεσε τη μετανάστευση του 19ου αιώνα, έτσι και η οικονομική ανάπτυξη σε μη δυτικές χώρες έδωσε τα ερεθίσματα για τη μετανάστευση στον 20ό αιώνα. Η μετανάστευση γίνεται μία αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία. «Αν υπάρχει ένας μοναδικός "νόμος" στη μετανάστευση» επισημαίνει ο Myron Weiner «αυτός είναι ότι ένα μεταναστευτικό ρεύμα, όταν αρχίσει να κινείται, αποτελεί την κινητήρια δύναμη του ίδιου του ρεύματος. Οι μετανάστες διευκολύνουν τους φίλους τους και τους συγγενείς τους που έχουν μείνει στην πατρίδα να μεταναστεύσουν, καθώς τους παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το πώς να μεταναστεύουν, πόρους για να πραγματοποιήσουν τη μετακίνηση και βοήθεια στην αναζήτηση εργασίας και κατοικίας». Το αποτέλεσμα ήταν, σύμφωνα με τη διατύπωση του, μία «παγκόσμια κρίση μετανάστευσης».
Οι δυτικοί επίμονα και σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό αντιτίθενται στη διάδοση των πυρηνικών όπλων και υποστηρίζουν τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι απόψεις τους για τη μετανάστευση, αντίθετα, είναι διφορούμενες και μεταβαλλόμενες, και η ισορροπία στη στάση τους άλλαζε σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα. Μέχρι τη δεκαετία του 1970 οι ευρωπαϊκές χώρες, γενικά, είχαν κρατήσει ευνοϊκή στάση ως προς τη μετανάστευση και, σε μερικές περιπτώσεις, πιο φανερά η Γερμανία και η Ελβετία, την ενθάρρυναν για να αναπληρώσουν ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό. Το 1965 οι Ηνωμένες Πολιτείες μετέβαλαν τις προσανατολισμένες προς την Ευρώπη ποσοστώσεις μεταναστών, που χρονολογούνταν από τη δεκαετία του 1920, και αναθεώρησαν δραστικά τη νομοθεσία τους, καθιστώντας δυνατές τρομακτικές αυξήσεις στον αριθμό των μεταναστών και διευρύνοντας το φάσμα των χωρών προέλευσης στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980 όμως τα υψηλά επίπεδα ανεργίας, ο αυξημένος αριθμός μεταναστών και ο συντριπτικά «μη ευρωπαϊκός» χαρακτήρας της μετανάστευσης δημιούργησαν απότομες αλλαγές στην ευρωπαϊκή στάση και πολιτική. Μερικά χρόνια αργότερα παρόμοια ζητήματα οδήγησαν σε μία ανάλογη μεταβολή στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πλειοψηφία των μεταναστών και των προσφύγων των τελών του 20ού αιώνα έχει μετακινηθεί από μία μη δυτική κοινωνία σε μία άλλη κοινωνία.
Η είσοδος μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες όμως έχει προσεγγίσει σε απόλυτους αριθμούς τη μετανάστευση των δυτικών του 19ου αιώνα. Το 1990 υπήρχαν κατά προσέγγιση 20 εκατομμύρια μετανάστες πρώτης γενιάς στις Ηνωμένες Πολιτείες, 15,5 εκατομμύρια στην Ευρώπη και 8 εκατομμύρια στην Αυστραλία και τον Καναδά. Η αναλογία των μεταναστών προς τον συνολικό πληθυσμό έφτασε το 7% με 8% σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι μετανάστες αποτελούσαν το 8,7% του πληθυσμού το 1994, διπλάσιο ποσοστό από το 1970, και αποτελούσαν το 25% του πληθυσμού στην Καλιφόρνια και το 16% στη Νέα Υόρκη. Περίπου 8,3 εκατομμύρια άνθρωποι εισήλθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες στη δεκαετία του του 1980 και 4,5 εκατομμύρια στα πρώτα τέσσερα χρόνια της δεκαετίας του 1990.
Οι νέοι μετανάστες ήρθαν κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό από μη δυτικές κοινωνίες. Στη Γερμανία οι ξένοι κάτοικοι από την Τουρκία αριθμούσαν 1.675.000 το 1990· με τη Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία και την Ελλάδα να ακολουθούν σε αριθμούς μεταναστών. Στην Ιταλία οι κύριες πηγές μεταναστών ήταν το Μαρόκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες (πιθανώς ως επί το πλείστον Ιταλοαμερικανοί που επέστρεφαν), η Τυνησία και οι Φιλιππίνες. Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1990 περίπου 4 εκατομμύρια μουσουλμάνοι ζούσαν στη Γαλλία και 13 εκατομμύρια συνολικά στη δυτική Ευρώπη. Στη δεκαετία του 1950 τα δύο τρίτα των μεταναστών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες προέρχονταν από την Ευρώπη και τον Καναδά. Στη δεκαετία του 1980 περίπου το 35%, ενός πολύ μεγαλύτερου αριθμού μεταναστών, προερχόταν από την Ασία, το 45% από τη Λατινική Αμερική και λιγότερο από 15% από την Ευρώπη και τον Καναδά. Η ανάπτυξη του γηγενούς πληθυσμού στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι χαμηλή και στην Ευρώπη ουσιαστικά μηδενική. Οι μετανάστες έχουν υψηλούς βαθμούς γεννητικότητας και επομένως σ' αυτούς οφείλεται ο υψηλότερος ρυθμός πληθυσμιακής ανάπτυξης στις δυτικές κοινωνίες. Ως εκ τούτου, οι άνθρωποι της Δύσης φοβούνται ολοένα και περισσότερο «ότι τώρα εισβάλλουν όχι στρατοί και τεθωρακισμένα, αλλά μετανάστες που μιλούν άλλες γλώσσες, λατρεύουν άλλους θεούς, ανήκουν σε άλλους πολιτισμούς, οι οποίοι θα τους πάρουν τις δουλειές, τη γη τους, θα ζήσουν εις βάρος του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας και θα απειλήσουν τον τρόπο ζωής τους». Αυτές οι φοβίες, που έχουν τις ρίζες τους στη σχετική δημογραφική παρακμή, παρατηρεί ο Stanley Hoffmannn, «βασίζονται σε πραγματικές πολιτισμικές συγκρούσεις και ανησυχίες σχετικά με την εθνική ταυτότητα».
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τα δύο τρίτα των μεταναστών στην Ευρώπη ήταν μουσουλμάνοι. Το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για τη μετανάστευση είναι πάνω από όλα ενδιαφέρον για τη μουσουλμανική μετανάστευση. Η πρόκληση είναι δημογραφική -στους μετανάστες οφείλεται το 10% των γεννήσεων στη δυτική Ευρώπη, στους Άραβες οφείλεται το 50% των γεννήσεων στις Βρυξέλλες- και πολιτισμική. Οι μουσουλμανικές κοινότητες, τουρκικές στη Γερμανία ή αλγερινές στη Γαλλία, δεν έχουν ενσωματωθεί στις κουλτούρες που τους φιλοξενούν, και αυτό που ανησυχεί τους Ευρωπαίους είναι πως λίγα σημάδια δείχνουν ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Υπάρχει ένας φόβος που «εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη» είπε ο Hean Marie Domenach το 1991, ο φόβος μίας «μουσουλμανικής κοινότητας που θα διεισδύσει στις ευρωπαϊκές χώρες, κάτι σαν ένα δέκατο τρίτο έθνος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Όσον αφορά τους μετανάστες, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος σχολίασε:

"Η ευρωπαϊκή εχθρότητα είναι περιέργως επιλεκτική. Λίγοι στη Γαλλία ανησυχούν για μία βίαιη επίθεση από την Ανατολή - οι Πολωνοί, έτσι και αλλιώς, είναι Ευρωπαίοι και ρωμαιοκαθολικοί. Και οι περισσότεροι, τους μη Άραβες Αφρικανούς μετανάστες ούτε τους φοβούνται ούτε τους περιφρονούν. Η εχθρότητα κατευθύνεται κυρίως στους μουσουλμάνους. Η λέξη «μετανάστης» είναι ουσιαστικά συνώνυμη με το ισλάμ, που είναι τώρα η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκεία της Γαλλίας, και αντικατοπτρίζει έναν εθνοτικό ρατσισμό που έχει να κάνει και με την κουλτούρα και που οι ρίζες του είναι βαθιά στη γαλλική ιστορία".

Οι Γάλλοι όμως είναι περισσότερο οπαδοί της κουλτούρας παρά ρατσιστές με την αυστηρή έννοια. Αποδέχτηκαν μαύρους Αφρικανούς που μιλάνε άπταιστα γαλλικά, αλλά δεν αποδέχονται κορίτσια μουσουλμάνων που φοράνε μαντίλα στο κεφάλι τους στα σχολεία. Το 1990 το 76% των Γάλλων πίστευε ότι υπήρχαν πάρα πολλοί Άραβες στη Γαλλία, το 46% ότι υπήρχαν πάρα πολλοί μαύροι, το 40% ότι υπήρχαν υπερβολικά πολλοί Ασιάτες και το 24% ότι υπήρχαν πάρα πολλοί Εβραίοι. Το 1994 το 47% των Γερμανών δήλωσε ότι θα προτιμούσε να μην έχει Άραβες να ζουν στη γειτονιά τους, το 39% δεν ήθελε Πολωνούς, το 36% δεν ήθελε Τούρκους και το 22% δεν ήθελε Εβραίους. Στη δυτική Ευρώπη ο αντισημιτισμός που κατευθύνεται εναντίον των Αράβων έχει ως επί το πλείστον αντικαταστήσει τον αντισημιτισμό που κατευθύνεται εναντίον των Εβραίων.
Η αντίθεση της κοινής γνώμης στη μετανάστευση και η εχθρική της στάση απέναντι στους μετανάστες φανερώθηκε στην ακραία της μορφή με πράξεις βίας εναντίον μεταναστών, σε επίπεδο κοινοτήτων και ατόμων, κάτι το οποίο έγινε θέμα ιδιαίτερα στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Πιο σημαντικές ήταν οι αυξήσεις των ψήφων που συγκέντρωναν τα δεξιά εθνικιστικά κόμματα που εναντιώνονταν στη μετανάστευση. Το σύνολο αυτών των ψήφων ήταν εξαιρετικά υψηλό. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στη Γερμανία έλαβε πάνω από το 7% των ψήφων στις ευρωεκλογές του 1989, αλλά μόνο 2,1% στις εθνικές εκλογές του 1990. Στη Γαλλία οι ψήφοι που πήρε το Εθνικό Μέτωπο, ο αριθμός των οποίων ήταν αμελητέος το 1981, έφθασαν στο 9,6 % το 1988 και από εκεί και μετά σταθεροποιήθηκαν μεταξύ 12% και 15% στις τοπικές και τις βουλευτικές εκλογές. Το 1995 οι δύο εθνικιστές υποψήφιοι για την προεδρία έλαβαν το 19,9% των ψήφων και το Εθνικό Μέτωπο εξέλεξε δημάρχους σε αρκετές πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Τουλόν και της Νίκαιας. Στην Ιταλία ο αριθμός των ψήφων που συγκέντρωσαν MSI και Εθνική Συμμαχία επίσης αυξήθηκε από 5% περίπου στη δεκαετία του 1980, σε 10% και 15% στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στο Βέλγιο ο αριθμός των ψήφων που έλαβαν ο Φλαμανδικός Συνασπισμός και το Εθνικό Μέτωπο αυξήθηκε στο 9% στις τοπικές εκλογές του 1994, με το Μέτωπο να παίρνει το 28% των ψήφων στην Αμβέρσα. Στην Αυστρία ο αριθμός των ψήφων για το Κόμμα της Ελευθερίας στις γενικές εκλογές αυξήθηκε από 10% το 1986, σε 15% και πλέον το 1990 και 23% το 1994.26
Αυτά τα ευρωπαϊκά κόμματα που αντιτίθενται στη μετανάστευση των μουσουλμάνων είναι σε μεγάλο βαθμό ο αντικατοπτρισμός των ισλαμικών κομμάτων στις μουσουλμανικές χώρες. Και τα μεν και τα δε έχουν λίγες πιθανότητες επιτυχίας, καταγγέλλουν ένα διεφθαρμένο κατεστημένο, εκμεταλλεύονται τη δυσαρέσκεια για τα οικονομικά προβλήματα, ειδικά για την ανεργία, αξιοποιούν τη γοητεία των εθνοτικών και θρησκευτικών θεμάτων και επιτίθενται εναντίον των ξένων επιρροών στις κοινωνίες τους. Και στις δύο περιπτώσεις ακραία κόμματα εξτρεμιστών έχουν εμπλακεί σε πράξεις τρομοκρατίας και βίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις και τα ισλαμικά και τα ευρωπαϊκά εθνικιστικά κόμματα είχαν την τάση να σημειώνουν καλύτερα αποτελέσματα σε τοπικές παρά σε εθνικές εκλογές. Οι κατεστημένες μουσουλμανικές και ευρωπαϊκές πολιτικές οργανώσεις απάντησαν σε αυτές τις εξελίξεις με παρόμοιο τρόπο. Στις μουσουλμανικές χώρες, όπως έχουμε δει, οι κυβερνήσεις έγιναν πιο ισλαμικές στους προσανατολισμούς τους, στα σύμβολα τους, στην πολιτική τους και στις πρακτικές τους. Στην Ευρώπη τα κύρια κόμματα υιοθέτησαν τη ρητορική και προώθησαν τα μέτρα των δεξιών κομμάτων που είναι αντίθετα στη μετανάστευση. Εκεί που η δημοκρατική πολιτική λειτουργούσε αποτελεσματικά και υπήρχαν δύο ή περισσότερες εναλλακτικές επιλογές κομμάτων απέναντι στα ισλαμικά ή εθνικιστικά κόμματα, ο αριθμός των ψήφων που συγκέντρωσαν τα τελευταία έφθασε ένα ανώτατο ποσοστό περίπου 20%. Τα κόμματα διαμαρτυρίας ξεπερνούσαν αυτό το ανώτατο ποσοστό μόνο όταν δεν υπήρχε άλλη αποτελεσματική εναλλακτική λύση για το κόμμα ή τον συνασπισμό που βρισκόταν στην εξουσία, όπως στην περίπτωση της Αυστρίας και, σε σημαντικό βαθμό, της Ιταλίας.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες συναγωνίζονταν ποιος θα ανταποκριθεί καλύτερα στο γενικό αίσθημα κατά της μετανάστευσης. Στη Γαλλία ο Ζακ Σιράκ διακήρυξε το 1990 ότι «η μετανάστευση πρέπει να σταματήσει ολοκληρωτικά». Ο υπουργός Εσωτερικών Σαρλ Πασκουά πρόβαλε το 1993 επιχειρήματα υπέρ της «μηδενικής μετανάστευσης» και ο Φρανσουά Μιττερράν, η Εντίθ Κρεσσόν, ο Βαλερύ Ζισκάρ Ντ' Εσταίν και, άλλοι διακεκριμένοι πολιτικοί πήραν θέσεις εναντίον της μετανάστευσης. Η μετανάστευση ήταν ένα σημαντικό θέμα στις βουλευτικές εκλογές του 1993 και, τελικά, συνέβαλε στη νίκη των συντηρητικών κομμάτων. Κατά τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του 1990 η πολιτική της γαλλικής κυβέρνησης άλλαξε και έκανε πιο δύσκολη υπόθεση την απόκτηση της ιδιότητας του Γάλλου πολίτη από τα παιδιά των ξένων, την παροχή ασύλου για τους ξένους και τη θεώρηση των διαβατηρίων για τους Αλγερινούς. Παράνομοι μετανάστες απελάθηκαν και η δύναμη της αστυνομίας και άλλων κυβερνητικών αρχών που ασχολούνται με τη μετανάστευση ενισχύθηκε.
Στη Γερμανία ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ και άλλοι πολιτικοί ηγέτες εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για τη μετανάστευση. Η πιο σημαντική κίνηση της κυβέρνησης ήταν η τροποποίηση του άρθρου 16 του γερμανικού συντάγματος που εξασφάλιζε άσυλο σε «ανθρώπους διωκόμενους για πολιτικά ζητήματα» και ο περιορισμός των ευνοϊκών διατάξεων υπέρ των ξένων που ζητούν άσυλο. Το 1992 έφτασαν στη Γερμανία 438.000 άνθρωποι ζητώντας άσυλο. Το 1994 έφτασαν μόνο 127.000. Το 1980 η Βρετανία μείωσε δραστικά τη μετανάστευση προς αυτήν σε 50.000 περίπου ανθρώπους τον χρόνο, και γι' αυτό η μετανάστευση προκάλεσε μειωμένης έντασης συναισθήματα και αντιθέσεις σε σύγκριση με την ηπειρωτική Ευρώπη. Ωστόσο, μεταξύ του 1992 και του 1994 η Βρετανία μείωσε τον αριθμό των θετικών απαντήσεων σε αιτήσεις ασύλου από 20.000 και πλέον σε λιγότερες από 10.000. Καθώς οι φραγμοί στην κίνηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης έπεσαν, το βρετανικό ενδιαφέρον ήταν σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένο στους κινδύνους μετακίνησης των μη Ευρωπαίων από την ηπειρωτική Ευρώπη προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Συνολικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες βάδισαν με αμείλικτους ρυθμούς προς την ελαχιστοποίηση, αν όχι στην τέλεια εξάλειψη, της μετανάστευσης από μη ευρωπαϊκές χώρες.
Το θέμα της μετανάστευσης ήρθε στο επίκεντρο στις Ηνωμένες Πολιτείες κάπως αργότερα απ' ό,τι στην Ευρώπη και δεν προκάλεσε ακριβώς την ίδια συναισθηματική ένταση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέκαθεν ήταν χώρα μεταναστών που έχει αποδεχτεί την ιδέα της μετανάστευσης και ιστορικά έχει αναπτύξει ιδιαίτερα επιτυχημένες διαδικασίες για την ενσωμάτωση των νεοφερμένων. Επιπλέον, στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 η ανεργία ήταν σημαντικά χαμηλότερη στις Ηνωμένες Πολιτείες απ' ό,τι στην Ευρώπη, και ο φόβος της απώλειας εργασίας δεν ήταν αποφασιστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση της στάσης απέναντι στη μετανάστευση. Επίσης, οι τόποι προέλευσης των μεταναστών στην Αμερική παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλία απ' ό,τι των μεταναστών στην Ευρώπη, και επομένως ο φόβος να επικρατήσει μία μόνο ομάδα ξένων ήταν μικρότερος σε εθνική κλίμακα, παρόλο που ήταν πραγματικός σε συγκεκριμένους τόπους. Η πολιτισμική απόσταση των δύο μεγαλύτερων μεταναστευτικών ομάδων από την κουλτούρα που τους φιλοξενούσε ήταν, επίσης, μικρότερη απ' ό,τι στην Ευρώπη: οι Μεξικανοί είναι ρωμαιοκαθολικοί και μιλούν ισπανικά, οι Φιλιππινέζοι είναι ρωμαιοκαθολικοί και μιλούν αγγλικά.
Παρά ταύτα, ένα τέταρτο του αιώνα μετά την ψήφιση του νόμου του 1965, που επέτρεψε τη σημαντικά αυξημένη μετανάστευση από την Ασία και τη Λατινική Αμερική, η αμερικανική κοινή γνώμη άλλαξε αποφασιστικά. Το 1977 το 42% είχε διαφορετική πια γνώμη. Το 1986 το 49% και το 1990 και το 1993 το ποσοστό έφτασε το 61%. Οι δημοσκοπήσεις στη δεκαετία του 1990 έδειχναν σταθερά τουλάχιστον το 60% της κοινής γνώμης να διάκειται ευνοϊκά προς τη μείωση της μετανάστευσης. Ενώ οι οικονομικές ανησυχίες και τα οικονομικά συμφέροντα διαμόρφωσαν μία στάση ευνοϊκή προς τη μετανάστευση, μία διαρκώς ενισχυόμενη αντίθετη άποψη, σε καλές και κακές στιγμές, υποστηρίζει ότι η κουλτούρα, η εγκληματικότητα και ο τρόπος ζωής των μεταναστών έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο σ' αυτήν την αλλαγή γνώμης. «Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι Αμερικανοί» σχολίασε ένας παρατηρητής το 1994 «ακόμα βλέπουν το έθνος τους ως μία μετεγκατάσταση Ευρωπαίων με δίκαιο που κληρονόμησαν από την Αγγλία, γλώσσα που είναι (και πρέπει να παραμείνει) αγγλική, θεσμούς και δημόσια κτίρια που αντλούν την έμπνευση τους από δυτικά κλασικά πρότυπα, θρησκεία με εβραιοχριστιανικές ρίζες και με κυρίαρχη την προτεσταντική ηθική της εργασίας, στην οποία οφείλεται και το μεγαλείο τους». Αντικατοπτρίζοντας αυτές τις απόψεις, το 55% των ερωτηθέντων σε μία δημοσκόπηση δήλωσε ότι, κατά τη γνώμη τους, η μετανάστευση είναι απειλή για την αμερικανική κουλτούρα. Ενώ για τους Ευρωπαίους η απειλή της μετανάστευσης έχει μουσουλμανικό ή αραβικό πρόσωπο, για τους Αμερικανούς έχει λατινοαμερικανικό και ασιατικό, αλλά κυρίως μεξικανικό. Όταν ρωτήθηκαν οι Αμερικανοί το 1990 σε μία δημοσκόπηση από ποιες χώρες δέχονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες υπερβολικά πολλούς μετανάστες, απάντησαν ότι, κατά πρώτον, είναι υπερβολικοί οι μετανάστες από το Μεξικό (διπλάσιες αναφορές από οποιαδήποτε άλλη χώρα), ακολουθούσαν κατά σειρά η Κούβα, η Ανατολή (χωρίς διευκρίνιση), η Νότια Αμερική και η Λατινική Αμερική (χωρίς διευκρίνιση), η Ιαπωνία, το Βιετνάμ, η Κίνα και η Κορέα.
Η αυξανόμενη αντίθεση της κοινής γνώμης στη μετανάστευση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 προκάλεσε μία πολιτική αντίδραση συγκρίσιμη με αυτήν που σημειώθηκε στην Ευρώπη. Με δεδομένη τη φύση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, τα δεξιά και αντιμεταναστευτικά κόμματα δεν κέρδισαν ψήφους, αλλά οι ομάδες πίεσης και οι δημόσιες εκδηλώσεις εναντίον της μετανάστευσης αυξήθηκαν, έγιναν πιο ενεργές, προπαγάνδισαν ευρύτερα και με μεγαλύτερη δύναμη τις αντιμεταναστευτικές απόψεις. Μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας επικεντρώθηκε εναντίον 3,5 ή 4 εκατομμυρίων παράνομων μεταναστών, και οι πολιτικοί ανταποκρίθηκαν σ' αυτήν. Όπως και στην Ευρώπη, η ισχυρότερη αντίδραση σημειώθηκε στο πολιτειακό και τοπικό επίπεδο, εκεί όπου γινόταν αισθητό το μεγαλύτερο κόστος της μετανάστευσης. Το αποτέλεσμα ήταν το 1994 η Φλόριντα, την οποία ακολούθησαν άλλες έξι πολιτείες, να απαιτεί με αγωγή από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση 884 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο για να καλύψει τις δαπάνες για την παιδεία, την κοινωνική πρόνοια, τη νομική προστασία κ.λπ. που καταβάλλονται για τους παράνομους μετανάστες. Στην Καλιφόρνια, την πολιτεία με τους περισσότερους μετανάστες σε απόλυτους και σχετικούς αριθμούς, ο κυβερνήτης Πιτ Ουίλσον κέρδισε τη δημόσια υποστήριξη με το να αρνείται τη δημόσια εκπαίδευση στα παιδιά παράνομων μεταναστών, την υπηκοότητα στα παιδιά παράνομων μεταναστών που γεννήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, και καταργώντας τις δαπάνες της πολιτείας για έκτακτη ιατρική βοήθεια στους παράνομους μετανάστες. Τον Νοέμβριο του 1994 οι κάτοικοι της Καλιφόρνιας με συντριπτική πλειοψηφία ενέκριναν την Πρόταση 187, που αρνείται τα επιδόματα υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής πρόνοιας στους παράνομους μετανάστες και στα παιδιά τους.
Επίσης, το 1994 η κυβέρνηση Κλίντον, μεταβάλλοντας την προηγούμενη στάση της, προχώρησε σε πιο αυστηρούς ελέγχους της μετανάστευσης, στη θέσπιση πιο αυστηρών κανόνων που ρυθμίζουν την παραχώρηση πολιτικού ασύλου, στην ενίσχυση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης και του Περιπολικού Σώματος Συνόρων, και στην κατασκευή φυσικών φραγμών κατά μήκος των συνόρων με το Μεξικό. Το 1995 η Επιτροπή για την Αναμόρφωση της Μετανάστευσης, εξουσιοδοτημένη από το Κογκρέσο το 1990, συνέστησε τη μείωση της νόμιμης ετήσιας μετανάστευσης από 800.000 και πλέον σε 550.000 άτομα, δίνοντας προτεραιότητα σε μικρά παιδιά και συζύγους, αλλά όχι σε άλλους συγγενείς των ήδη πολιτογραφημένων και διαμενόντων στις ΗΠΑ, μία σύσταση που «ξεσήκωσε τις ασιατοαμερικανικές και ισπανόφωνες οικογένειες». Η νομοθεσία που ενσωματώνει πολλές από τις συστάσεις της Επιτροπής, καθώς και άλλα μέτρα που περιορίζουν τη μετανάστευση, βρισκόταν καθ' οδόν για επικύρωση από το Κογκρέσο το 1995 με 1996. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η μετανάστευση είχε γίνει μείζον πολιτικό θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το 1996 ο Πάτρικ Μπιουκάναν έκανε την αντίθεση του στη μετανάστευση κεντρικό σημείο της προεκλογικής του εκστρατείας για την ανάληψη της προεδρίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν την Ευρώπη στην κατεύθυνση της σημαντικής μείωσης των μη δυτικών στην κοινωνία τους.
Μπορούν, άραγε, η Ευρώπη ή οι Ηνωμένες Πολιτείες να ανακόψουν το κύμα μετανάστευσης; Η Γαλλία απέκτησε την εμπειρία μίας σημαντικής δημογραφικής απαισιοδοξίας, που εκτείνεται από το τρομακτικό μυθιστόρημα του Jean Raspail στη δεκαετία του 1970 ως την ανάλυση του Jean Claud Chesnais στη δεκαετία του 1990, και συνοψίζεται στα σχόλια του Pierre Lellouche το 1991: «Η ιστορία, η γειτνίαση και η φτώχεια εξασφαλίζουν ότι το πεπρωμένο της Γαλλίας και της Ευρώπης είναι να πλημμυρίσουν από τους λαούς των αποτυχημένων κοινωνιών του Νότου. Το παρελθόν της Ευρώπης ήταν λευκό και εβραιοχριστιανικό. Το μέλλον δεν είναι». Τίποτα όμως δεν έχει οριστικά κριθεί για το μέλλον, ούτε κανένα μέλλον είναι διαρκές. Το θέμα δεν είναι αν η Ευρώπη θα εξισλαμιστεί ή οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «ισπανοποιηθούν». Το θέμα είναι αν η Ευρώπη και η Αμερική θα γίνουν κοινωνίες που θα εμπεριέχουν δύο διακριτές και σε μεγάλο βαθμό χωρισμένες κοινότητες από δύο διαφορετικούς πολιτισμούς, κάτι το οποίο με τη σειρά του εξαρτάται από τον αριθμό των μεταναστών και την έκταση στην οποία αφομοιώνονται από τις δυτικές κουλτούρες που επικρατούν στην Ευρώπη και την Αμερική.
Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, γενικά, είτε δε θέλουν να αφομοιώσουν τους μετανάστες είτε έχουν μεγάλη δυσκολία να το κάνουν αλλά και ο βαθμός στον οποίο οι μουσουλμάνοι μετανάστες και τα παιδιά τους θέλουν να αφομοιωθούν δεν είναι ξεκάθαρος. Επομένως, η σταθερή και σημαντική μετανάστευση είναι πιθανό να δημιουργήσει χώρες που θα διαιρούνται σε χριστιανικές και μουσουλμανικές κοινότητες. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να αποφευχθεί στον βαθμό που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και οι λαοί έχουν τη θέληση να αναλάβουν το κόστος του περιορισμού του ρυθμού μετανάστευσης, το οποίο περιλαμβάνει το άμεσο οικονομικό κόστος των μέτρων εναντίον της μετανάστευσης, το κοινωνικό κόστος της περαιτέρω αποξένωσης των υπαρχουσών κοινοτήτων μεταναστών και το πιθανό μακροπρόθεσμο οικονομικό κόστος της έλλειψης εργατικού δυναμικού, και χαμηλότερων κατά συνέπεια ρυθμών ανάπτυξης.
Το πρόβλημα της μουσουλμανικής δημογραφικής εισβολής είναι όμως πιθανό να αμβλυνθεί καθώς οι ρυθμοί πληθυσμιακής αύξησης στις κοινωνίες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής έχουν φτάσει σε οριακό σημείο, και ήδη σε μερικές χώρες αρχίζουν να μειώνονται. Από τα μέχρι στιγμής στοιχεία, καθώς οι δημογραφικές πιέσεις δίνουν τα αναγκαία ερεθίσματα, η μουσουλμανική μετανάστευση θα μπορούσε να είναι πολύ μικρότερη το 2025. Αυτό δεν ισχύει για την υποσαχάρια Αφρική. Αν υπάρξει οικονομική ανάπτυξη που θα προωθήσει την κοινωνική κινητικότητα στη δυτική και κεντρική Αφρική, τα κίνητρα και οι δυνατότητες για μετανάστευση θα αυξηθούν και η απειλή του «εξισλαμισμού» της Ευρώπης θα δώσει τη θέση της στην απειλή του «εξαφρικανισμού». Η έκταση στην οποία αυτή η απειλή μπορεί να γίνει πραγματικότητα θα εξαρτηθεί, επίσης, σοβαρά από τον βαθμό στον οποίον οι αφρικανικοί πληθυσμοί μειώνονται από το Έιτζ και άλλες μάστιγες και από τον βαθμό στον οποίο η Νότια Αφρική προσελκύει μετανάστες από άλλα μέρη της Αφρικής.
Ενώ οι μουσουλμάνοι αποτελούν το άμεσο πρόβλημα για την Ευρώπη, οι Μεξικανοί αποτελούν το πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποθέτοντας ότι οι τωρινές στάσεις και η παρούσα πολιτική θα συνεχιστούν, ο αμερικανικός πληθυσμός, όπως δείχνουν οι αριθμοί στον Πίνακα 8.2, θα αλλάξει θεαματικά στο πρώτο μισό του 21ου αιώνα· σχεδόν κατά 50% θα αποτελείται από λευκούς και κατά 25% από ισπανόφωνους. Όπως και στην Ευρώπη, οι αλλαγές στην πολιτική της μετανάστευσης και η αποτελεσματική ενίσχυση των μέτρων κατά της μετανάστευσης θα μπορούσαν να αλλάξουν αυτές τις προβλέψεις. Ακόμα και έτσι όμως, το κεντρικό θέμα θα παραμείνει ο βαθμός στον οποίο οι ισπανόφωνοι αφομοιώνονται στην αμερικανική κοινωνία, όπως γινόταν και με προηγούμενες μεταναστευτικές ομάδες. Οι ισπανόφωνοι δεύτερης και τρίτης γενιάς βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ευρύ πλέγμα κινήτρων και πιέσεων, ώστε να υποστούν αυτήν την αφομοίωση. Η μεξικανική μετανάστευση, από την άλλη μεριά, διαφέρει σημαντικά από άλλες μεταναστεύσεις. Πρώτον, οι μετανάστες από την Ευρώπη ή την Ασία διασχίζουν ωκεανούς, ενώ οι Μεξικανοί διασχίζουν σύνορα ή έναν ποταμό. Αυτό το γεγονός, μαζί με την αυξανόμενη ευκολία μεταφορών και επικοινωνιών, τους καθιστά ικανούς να διατηρήσουν στενές επαφές και την ιδιαίτερη ταυτότητα του τόπου καταγωγής τους. Δεύτερον, οι Μεξικανοί μετανάστες συγκεντρώνονται στις νοτιοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες και αποτελούν μέρος μίας ενιαίας μεξικανικής κοινωνίας που απλώνεται από το Γιου-κατάν ως το Κολοράντο (βλέπε Χάρτη 8.1). Τρίτον, κάποια στοιχεία δείχνουν ότι η αντίσταση στην αφομοίωση είναι ισχυρότερη μεταξύ Μεξικανών μεταναστών απ' ό,τι ήταν σε άλλες ομάδες μεταναστών και ότι οι Μεξικανοί τείνουν να διατηρήσουν τη μεξικανική ταυτότητα τους, όπως αποδείχτηκε με τον αγώνα εναντίον της Πρότασης 187 στην Καλιφόρνια το 1994. Τέταρτον, η περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι Μεξικανοί μετανάστες προσαρτήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη νίκη επί του Μεξικού στα μέσα του 19ου αιώνα. Η μεξικανική οικονομική ανάπτυξη σχεδόν σίγουρα θα γεννήσει αισθήματα εκδίκησης από τη μεξικανική πλευρά. Σε σύντομο χρονικό διάστημα τα αποτελέσματα της αμερικανικής στρατιωτικής επέκτασης τον 19ο αιώνα θα μπορούσαν να απειληθούν και πιθανώς να αντιστραφούν από τη μεξικανική δημογραφική επέκταση στον 21ο αιώνα.
Η μεταβαλλόμενη ισορροπία δυνάμεων μεταξύ πολιτισμών καθιστά ολοένα και δυσχερέστερη για τη Δύση την επίτευξη των στόχων της όσον αφορά τη μη διάδοση των όπλων, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη μετανάστευση και άλλα θέματα. Για να ελαχιστοποιήσει τις απώλειες της σε αυτήν την περίπτωση η Δύση, απαιτείται να χειριστεί με επιδεξιότητα τους οικονομικούς της πόρους, την τεχνική του μαστίγιου και του καρότου στις επαφές της με άλλες κοινωνίες, να υποστηρίξει την ενότητα της και να συντονίσει την πολιτική της, ώστε να κάνει πιο δύσκολο για άλλες κοινωνίες να προκαλέσουν μία δυτική χώρα να στραφεί εναντίον μίας άλλης, και, τέλος, να προωθήσει και να εκμεταλλευτεί τις διαφορές μεταξύ μη δυτικών εθνών. Η ικανότητα της Δύσης να επιδιώξει αυτούς τους στρατηγικούς στόχους θα εξαρτηθεί από τη φύση και την ένταση των αντιπαραθέσεων της με τους πολιτισμούς που προκαλούν τη δύναμη της, από τη μία μεριά, και από την έκταση στην οποία μπορεί να εντοπίσει και να αναπτύξει κοινά συμφέροντα με τους ταλαντευόμενους πολιτισμούς, από την άλλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Addthis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
How to Configure Numbered Page Navigation After installing, you might want to change these default settings: